バシャバシャ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία παφ, πιτσιλίζοντας, με έναν ήχο πιτσιλίσματος
- 02 ονοματοποιία κλικ, με τον ήχο κλικ (ενός φωτογραφικού κλείστρου), με έναν ήχο κουμπώματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- バシャバシャする
- Παρόν (ευγενικό)
- バシャバシャします
- Άρνηση (απλή)
- バシャバシャしない
- Άρνηση (ευγενική)
- バシャバシャしません
- Παρελθόν (απλό)
- バシャバシャした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- バシャバシャしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- バシャバシャしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- バシャバシャしませんでした
- Τε-μορφή
- バシャバシャして
- Δυνητική
- バシャバシャできる
- Προστακτική
- バシャバシャしろ
- Βουλητική
- バシャバシャしよう
- Υποθετική (ば)
- バシャバシャすれば
- Υποθετική (たら)
- バシャバシャしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- バシャバシャしたい
- Απαγορευτική (~な)
- バシャバシャするな
- Προστακτική (ευγενική)
- バシャバシャしなさい
- Παθητική
- バシャバシャされる
- Αιτιατική
- バシャバシャさせる