バズる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη γίνομαι viral, προκαλώ αίσθηση (στο διαδίκτυο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
バズる
Παρόν (ευγενικό)
バズります
Άρνηση (απλή)
バズらない
Άρνηση (ευγενική)
バズりません
Παρελθόν (απλό)
バズった
Παρελθόν (ευγενικό)
バズりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
バズらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
バズりませんでした
Τε-μορφή
バズって
Δυνητική
バズれる
Προστακτική
バズれ
Βουλητική
バズろう
Υποθετική (ば)
バズれば