バタバタ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία χτυπώντας με φτερά, κουδουνίζοντας, τρεμουλιάζοντας
  2. 02 ονοματοποιία τρέχοντας με θόρυβο, θορυβωδώς, σπαρταρώντας, παλεύοντας μέσα σε δυσκολίες, χτυπιέμαι
  3. 03 ονοματοποιία πέφτοντας το ένα μετά το άλλο, σε γρήγορη διαδοχή
  4. 04 ονοματοποιία βιαστικά, βιαστικά, με αναστάτωση, με βιασύνη, τρέχοντας εδώ κι εκεί, κινούμενος πολυάσχολα
  5. 05 ονοματοποιία γρήγορα, σβέλτα, με ταχύτητα
  6. 06 καθομιλουμένη μοτοσικλέτα, τρίτροχο φορτηγάκι

Παραδείγματα

  • かあさんがあさからバタバタしています。

    Η μαμά είναι φασαριόζα από το πρωί.

  • 仕事しごといそがしくて、毎日まいにちバタバタしてばかりです。

    Είμαι τόσο απασχολημένος με τη δουλειά που τρέχω παντού κάθε μέρα.

  • 転勤てんきん準備じゅんびバタバタしていて、やすひまもないくらいです。

    Είμαι τόσο απασχολημένος με τις προετοιμασίες για τη μετακόμιση που δεν έχω ούτε λεπτό να ξεκουραστώ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
バタバタする
Παρόν (ευγενικό)
バタバタします
Άρνηση (απλή)
バタバタしない
Άρνηση (ευγενική)
バタバタしません
Παρελθόν (απλό)
バタバタした
Παρελθόν (ευγενικό)
バタバタしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
バタバタしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
バタバタしませんでした
Τε-μορφή
バタバタして
Δυνητική
バタバタできる
Προστακτική
バタバタしろ
Βουλητική
バタバタしよう
Υποθετική (ば)
バタバタすれば