バタ臭くさい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυτικότροπος, με δυτική εμφάνιση, εξωτικός, που μυρίζει βούτυρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
バタ臭い
Παρόν (ευγενικό)
バタ臭いです
Άρνηση (απλή)
バタ臭くない
Άρνηση (ευγενική)
バタ臭くないです
Παρελθόν (απλό)
バタ臭かった
Παρελθόν (ευγενικό)
バタ臭かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
バタ臭くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
バタ臭くなかったです
Τε-μορφή
バタ臭くて
Υποθετική (ば)
バタ臭ければ