バチバチ

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τριγμός (φωτιάς, πυροτεχνημάτων κ.λπ.), σπινθηρισμός, εκτόξευση σπινθήρων
  2. 02 ονοματοποιία τσακώνομαι, φιλονικώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
バチバチする
Παρόν (ευγενικό)
バチバチします
Άρνηση (απλή)
バチバチしない
Άρνηση (ευγενική)
バチバチしません
Παρελθόν (απλό)
バチバチした
Παρελθόν (ευγενικό)
バチバチしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
バチバチしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
バチバチしませんでした
Τε-μορφή
バチバチして
Δυνητική
バチバチできる
Προστακτική
バチバチしろ
Βουλητική
バチバチしよう
Υποθετική (ば)
バチバチすれば