バトンタッチ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράδοση σκυτάλης (σε αγώνα σκυταλοδρομίας), αλλαγή σκυτάλης
- 02 ιδιωματισμός μεταβίβαση σκυτάλης, παράδοση (εργασίας, υπευθυνότητας για κάτι κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- バトンタッチする
- Παρόν (ευγενικό)
- バトンタッチします
- Άρνηση (απλή)
- バトンタッチしない
- Άρνηση (ευγενική)
- バトンタッチしません
- Παρελθόν (απλό)
- バトンタッチした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- バトンタッチしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- バトンタッチしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- バトンタッチしませんでした
- Τε-μορφή
- バトンタッチして
- Δυνητική
- バトンタッチできる
- Προστακτική
- バトンタッチしろ
- Βουλητική
- バトンタッチしよう
- Υποθετική (ば)
- バトンタッチすれば
- Υποθετική (たら)
- バトンタッチしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- バトンタッチしたい
- Απαγορευτική (~な)
- バトンタッチするな
- Προστακτική (ευγενική)
- バトンタッチしなさい
- Παθητική
- バトンタッチされる
- Αιτιατική
- バトンタッチさせる