バリッと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με έναν ήχο σκισίματος, με έναν ήχο ξηλώματος
- 02 ονοματοποιία κομψός, στυλάτος, καλοντυμένος, φινετσάτος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- バリッとする
- Παρόν (ευγενικό)
- バリッとします
- Άρνηση (απλή)
- バリッとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- バリッとしません
- Παρελθόν (απλό)
- バリッとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- バリッとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- バリッとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- バリッとしませんでした
- Τε-μορφή
- バリッとして
- Δυνητική
- バリッとできる
- Προστακτική
- バリッとしろ
- Βουλητική
- バリッとしよう
- Υποθετική (ば)
- バリッとすれば
- Υποθετική (たら)
- バリッとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- バリッとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- バリッとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- バリッとしなさい
- Παθητική
- バリッとされる
- Αιτιατική
- バリッとさせる