バンク
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τράπεζα (χρηματοπιστωτικό ίδρυμα)
- 02 όχθη (ποταμού κ.ά.), ανάχωμα
- 03 ύφαλος (ανύψωση του θαλάσσιου πυθμένα)
- 04 κλίση (σε στροφή δρόμου ή πίστας)
- 05 τράπεζα
- 06 συντομογραφία μπάνκου (σκηνή σε άνιμε όπου επαναχρησιμοποιούνται κινήσεις χαρακτήρων που έχουν ήδη προβληθεί)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- バンクする
- Παρόν (ευγενικό)
- バンクします
- Άρνηση (απλή)
- バンクしない
- Άρνηση (ευγενική)
- バンクしません
- Παρελθόν (απλό)
- バンクした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- バンクしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- バンクしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- バンクしませんでした
- Τε-μορφή
- バンクして
- Δυνητική
- バンクできる
- Προστακτική
- バンクしろ
- Βουλητική
- バンクしよう
- Υποθετική (ば)
- バンクすれば
- Υποθετική (たら)
- バンクしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- バンクしたい
- Απαγορευτική (~な)
- バンクするな
- Προστακτική (ευγενική)
- バンクしなさい
- Παθητική
- バンクされる
- Αιτιατική
- バンクさせる