バージョンアップ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενημέρωση, αναβάθμιση (λογισμικού) σε νέα έκδοση
- 02 αναβάθμιση (συσκευής, προϊόντος κ.λπ.), βελτίωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- バージョンアップする
- Παρόν (ευγενικό)
- バージョンアップします
- Άρνηση (απλή)
- バージョンアップしない
- Άρνηση (ευγενική)
- バージョンアップしません
- Παρελθόν (απλό)
- バージョンアップした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- バージョンアップしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- バージョンアップしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- バージョンアップしませんでした
- Τε-μορφή
- バージョンアップして
- Δυνητική
- バージョンアップできる
- Προστακτική
- バージョンアップしろ
- Βουλητική
- バージョンアップしよう
- Υποθετική (ば)
- バージョンアップすれば
- Υποθετική (たら)
- バージョンアップしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- バージョンアップしたい
- Απαγορευτική (~な)
- バージョンアップするな
- Προστακτική (ευγενική)
- バージョンアップしなさい
- Παθητική
- バージョンアップされる
- Αιτιατική
- バージョンアップさせる