パクる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλέβω, αρπάζω, τσιμπάω, εξαπατώ, ξεγελάω, υπεξαιρώ
  2. 02 κλέβω (μια ιδέα, ένα έργο κ.λπ.), κάνω λογοκλοπή
  3. 03 συλλαμβάνω, πιάνω, μαζεύω
  4. 04 ανοίγω διάπλατα το στόμα και τρώω με όρεξη, καταβροχθίζω το φαγητό

Κλίση

Παρόν (απλό)
パクる
Παρόν (ευγενικό)
パクります
Άρνηση (απλή)
パクらない
Άρνηση (ευγενική)
パクりません
Παρελθόν (απλό)
パクった
Παρελθόν (ευγενικό)
パクりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
パクらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
パクりませんでした
Τε-μορφή
パクって
Δυνητική
パクれる
Προστακτική
パクれ
Βουλητική
パクろう
Υποθετική (ば)
パクれば