パコる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό χυδαίο συνουσιάζομαι, πηδιέμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- パコる
- Παρόν (ευγενικό)
- パコります
- Άρνηση (απλή)
- パコらない
- Άρνηση (ευγενική)
- パコりません
- Παρελθόν (απλό)
- パコった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- パコりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- パコらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- パコりませんでした
- Τε-μορφή
- パコって
- Δυνητική
- パコれる
- Προστακτική
- パコれ
- Βουλητική
- パコろう
- Υποθετική (ば)
- パコれば
- Υποθετική (たら)
- パコったら
- Επιθυμητική (~たい)
- パコりたい
- Απαγορευτική (~な)
- パコるな
- Προστακτική (ευγενική)
- パコりなさい
- Παθητική
- パコられる
- Αιτιατική
- パコらせる