パコパコ

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ήχος πληκτρολόγησης
  2. 02 ονοματοποιία σεξουαλική επαφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
パコパコする
Παρόν (ευγενικό)
パコパコします
Άρνηση (απλή)
パコパコしない
Άρνηση (ευγενική)
パコパコしません
Παρελθόν (απλό)
パコパコした
Παρελθόν (ευγενικό)
パコパコしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
パコパコしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
パコパコしませんでした
Τε-μορφή
パコパコして
Δυνητική
パコパコできる
Προστακτική
パコパコしろ
Βουλητική
パコパコしよう
Υποθετική (ば)
パコパコすれば