パタパタ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: パタパタ

  1. 01 ονοματοποιία παπαπα, ο ήχος ή η κίνηση που κάνει κάτι που ανεμίζει (π.χ. σημαία, βεντάλια) ή που χτυπά επανειλημμένα (π.χ. τίναγμα χαλιού)
  2. 02 ονοματοποιία πατημασιές, ο ήχος από γρήγορα βήματα
  3. 03 ονοματοποιία γρήγορα, με ταχύ ρυθμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
パタパタする
Παρόν (ευγενικό)
パタパタします
Άρνηση (απλή)
パタパタしない
Άρνηση (ευγενική)
パタパタしません
Παρελθόν (απλό)
パタパタした
Παρελθόν (ευγενικό)
パタパタしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
パタパタしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
パタパタしませんでした
Τε-μορφή
パタパタして
Δυνητική
パタパタできる
Προστακτική
パタパタしろ
Βουλητική
パタパタしよう
Υποθετική (ば)
パタパタすれば