パチる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό κλέβω, διαπράττω κλοπή σε κατάστημα
  2. 02 αργκό παίζω πατσίνκο

Κλίση

Παρόν (απλό)
パチる
Παρόν (ευγενικό)
パチります
Άρνηση (απλή)
パチらない
Άρνηση (ευγενική)
パチりません
Παρελθόν (απλό)
パチった
Παρελθόν (ευγενικό)
パチりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
パチらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
パチりませんでした
Τε-μορφή
パチって
Δυνητική
パチれる
Προστακτική
パチれ
Βουλητική
パチろう
Υποθετική (ば)
パチれば