パッチリ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανοιχτά διάπλατα (για μάτια), μεγάλα και λαμπερά (μάτια)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- パッチリする
- Παρόν (ευγενικό)
- パッチリします
- Άρνηση (απλή)
- パッチリしない
- Άρνηση (ευγενική)
- パッチリしません
- Παρελθόν (απλό)
- パッチリした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- パッチリしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- パッチリしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- パッチリしませんでした
- Τε-μορφή
- パッチリして
- Δυνητική
- パッチリできる
- Προστακτική
- パッチリしろ
- Βουλητική
- パッチリしよう
- Υποθετική (ば)
- パッチリすれば
- Υποθετική (たら)
- パッチリしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- パッチリしたい
- Απαγορευτική (~な)
- パッチリするな
- Προστακτική (ευγενική)
- パッチリしなさい
- Παθητική
- パッチリされる
- Αιτιατική
- パッチリさせる