パリッと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κομψός, σικάτος, περιποιημένος, γοητευτικός, καλοντυμένος
- 02 ονοματοποιία με έναν ήχο που κάνει κρακ, τραγανιστά (π.χ. τηγανισμένος, κολλαρισμένος)
- 03 ονοματοποιία ξεσκίζοντας, σκίζοντας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- パリッとする
- Παρόν (ευγενικό)
- パリッとします
- Άρνηση (απλή)
- パリッとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- パリッとしません
- Παρελθόν (απλό)
- パリッとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- パリッとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- パリッとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- パリッとしませんでした
- Τε-μορφή
- パリッとして
- Δυνητική
- パリッとできる
- Προστακτική
- パリッとしろ
- Βουλητική
- パリッとしよう
- Υποθετική (ば)
- パリッとすれば
- Υποθετική (たら)
- パリッとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- パリッとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- パリッとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- パリッとしなさい
- Παθητική
- パリッとされる
- Αιτιατική
- パリッとさせる