パンク

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: パンク

  1. 01 κλατάρισμα, σκασμένο λάστιχο
  2. 02 ρήξη, υπερχείλιση, συμφόρηση (π.χ. τηλεφωνικών γραμμών), φτάσιμο στο απροχώρητο, κατάρρευση, χρεοκοπία

Κλίση

Παρόν (απλό)
パンクする
Παρόν (ευγενικό)
パンクします
Άρνηση (απλή)
パンクしない
Άρνηση (ευγενική)
パンクしません
Παρελθόν (απλό)
パンクした
Παρελθόν (ευγενικό)
パンクしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
パンクしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
パンクしませんでした
Τε-μορφή
パンクして
Δυνητική
パンクできる
Προστακτική
パンクしろ
Βουλητική
パンクしよう
Υποθετική (ば)
パンクすれば