パース

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: パース , パース

  1. 01 συντομογραφία συντακτική ανάλυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
パースする
Παρόν (ευγενικό)
パースします
Άρνηση (απλή)
パースしない
Άρνηση (ευγενική)
パースしません
Παρελθόν (απλό)
パースした
Παρελθόν (ευγενικό)
パースしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
パースしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
パースしませんでした
Τε-μορφή
パースして
Δυνητική
パースできる
Προστακτική
パースしろ
Βουλητική
パースしよう
Υποθετική (ば)
パースすれば