ヒアリング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακρόαση (ιδίως στην εκπαίδευση ξένων γλωσσών), κατανόηση ακουστικού λόγου
  2. 02 συνέντευξη (με πελάτη κ.λπ.), έρευνα, επιβεβαίωση λεπτομερειών (π.χ. μιας αίτησης), συνάντηση όπου κάποιος παρουσιάζει την υπόθεσή του
  3. 03 δημόσια ακρόαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ヒアリングする
Παρόν (ευγενικό)
ヒアリングします
Άρνηση (απλή)
ヒアリングしない
Άρνηση (ευγενική)
ヒアリングしません
Παρελθόν (απλό)
ヒアリングした
Παρελθόν (ευγενικό)
ヒアリングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ヒアリングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ヒアリングしませんでした
Τε-μορφή
ヒアリングして
Δυνητική
ヒアリングできる
Προστακτική
ヒアリングしろ
Βουλητική
ヒアリングしよう
Υποθετική (ば)
ヒアリングすれば