ヒアリング
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακρόαση (ιδίως στην εκπαίδευση ξένων γλωσσών), κατανόηση ακουστικού λόγου
- 02 συνέντευξη (με πελάτη κ.λπ.), έρευνα, επιβεβαίωση λεπτομερειών (π.χ. μιας αίτησης), συνάντηση όπου κάποιος παρουσιάζει την υπόθεσή του
- 03 δημόσια ακρόαση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ヒアリングする
- Παρόν (ευγενικό)
- ヒアリングします
- Άρνηση (απλή)
- ヒアリングしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ヒアリングしません
- Παρελθόν (απλό)
- ヒアリングした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ヒアリングしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ヒアリングしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ヒアリングしませんでした
- Τε-μορφή
- ヒアリングして
- Δυνητική
- ヒアリングできる
- Προστακτική
- ヒアリングしろ
- Βουλητική
- ヒアリングしよう
- Υποθετική (ば)
- ヒアリングすれば
- Υποθετική (たら)
- ヒアリングしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ヒアリングしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ヒアリングするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ヒアリングしなさい
- Παθητική
- ヒアリングされる
- Αιτιατική
- ヒアリングさせる