ヒーヒー

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ουά ουά, ο ήχος που βγάζει ένα μωρό όταν κλαίει

Κλίση

Παρόν (απλό)
ヒーヒーする
Παρόν (ευγενικό)
ヒーヒーします
Άρνηση (απλή)
ヒーヒーしない
Άρνηση (ευγενική)
ヒーヒーしません
Παρελθόν (απλό)
ヒーヒーした
Παρελθόν (ευγενικό)
ヒーヒーしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ヒーヒーしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ヒーヒーしませんでした
Τε-μορφή
ヒーヒーして
Δυνητική
ヒーヒーできる
Προστακτική
ヒーヒーしろ
Βουλητική
ヒーヒーしよう
Υποθετική (ば)
ヒーヒーすれば