ビリッと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με ένα σχίσιμο, σκίζοντας με δύναμη, δονούμενος, βουίζοντας, σαν ηλεκτρική εκκένωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ビリッとする
Παρόν (ευγενικό)
ビリッとします
Άρνηση (απλή)
ビリッとしない
Άρνηση (ευγενική)
ビリッとしません
Παρελθόν (απλό)
ビリッとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ビリッとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ビリッとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ビリッとしませんでした
Τε-μορφή
ビリッとして
Δυνητική
ビリッとできる
Προστακτική
ビリッとしろ
Βουλητική
ビリッとしよう
Υποθετική (ば)
ビリッとすれば