ピカッと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία αστραπιαία, έντονα, εκτυφλωτικά, σπινθηροβόλα, λαμπρά (που εκπέμπει φως)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ピカッとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ピカッとします
- Άρνηση (απλή)
- ピカッとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ピカッとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ピカッとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ピカッとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ピカッとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ピカッとしませんでした
- Τε-μορφή
- ピカッとして
- Δυνητική
- ピカッとできる
- Προστακτική
- ピカッとしろ
- Βουλητική
- ピカッとしよう
- Υποθετική (ば)
- ピカッとすれば
- Υποθετική (たら)
- ピカッとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ピカッとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ピカッとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ピカッとしなさい
- Παθητική
- ピカッとされる
- Αιτιατική
- ピカッとさせる