ピシッと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με κρότο, με πάταγο, με δυνατό χτύπημα
  2. 02 ονοματοποιία σταθερά, κοφτά, αυστηρά
  3. 03 ονοματοποιία ακριβώς, σωστά, τακτικά, περιποιημένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ピシッとする
Παρόν (ευγενικό)
ピシッとします
Άρνηση (απλή)
ピシッとしない
Άρνηση (ευγενική)
ピシッとしません
Παρελθόν (απλό)
ピシッとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ピシッとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ピシッとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ピシッとしませんでした
Τε-μορφή
ピシッとして
Δυνητική
ピシッとできる
Προστακτική
ピシッとしろ
Βουλητική
ピシッとしよう
Υποθετική (ば)
ピシッとすれば