ピラピラ
επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανεμίζων, κυματιστός (ύφασμα, χαρτί, κ.λπ.), κυματισμός, μικρό αντικείμενο που ανεμίζει
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ピラピラする
- Παρόν (ευγενικό)
- ピラピラします
- Άρνηση (απλή)
- ピラピラしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ピラピラしません
- Παρελθόν (απλό)
- ピラピラした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ピラピラしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ピラピラしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ピラピラしませんでした
- Τε-μορφή
- ピラピラして
- Δυνητική
- ピラピラできる
- Προστακτική
- ピラピラしろ
- Βουλητική
- ピラピラしよう
- Υποθετική (ば)
- ピラピラすれば
- Υποθετική (たら)
- ピラピラしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ピラピラしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ピラピラするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ピラピラしなさい
- Παθητική
- ピラピラされる
- Αιτιατική
- ピラピラさせる