ピリッと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία μυρμηγκιαστός, τσιμπητός, καυτερός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ピリッとする
Παρόν (ευγενικό)
ピリッとします
Άρνηση (απλή)
ピリッとしない
Άρνηση (ευγενική)
ピリッとしません
Παρελθόν (απλό)
ピリッとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ピリッとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ピリッとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ピリッとしませんでした
Τε-μορφή
ピリッとして
Δυνητική
ピリッとできる
Προστακτική
ピリッとしろ
Βουλητική
ピリッとしよう
Υποθετική (ば)
ピリッとすれば