ピリピリ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με τσούξιμο, με μυρμήγκιασμα, με κάψιμο, οξέως
  2. 02 ονοματοποιία νευρικά, τεταμένα, με αγωνία
  3. 03 ονοματοποιία με σχίσιμο, με ήχο σκισίματος
  4. 04 ονοματοποιία με οξύ ήχο (σφυρίχτρας)
  5. 05 ονοματοποιία με τρέμουλο, με ρίγος

Κλίση

Παρόν (απλό)
ピリピリする
Παρόν (ευγενικό)
ピリピリします
Άρνηση (απλή)
ピリピリしない
Άρνηση (ευγενική)
ピリピリしません
Παρελθόν (απλό)
ピリピリした
Παρελθόν (ευγενικό)
ピリピリしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ピリピリしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ピリピリしませんでした
Τε-μορφή
ピリピリして
Δυνητική
ピリピリできる
Προστακτική
ピリピリしろ
Βουλητική
ピリピリしよう
Υποθετική (ば)
ピリピリすれば