ピンと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία σφιχτά, τεντωμένα, με ένταση
- 02 ονοματοποιία απότομα, με τίναγμα
- 03 ονοματοποιία διαισθητικά, ενστικτωδώς, αμέσως
- 04 ονοματοποιία με ένα ξέσπασμα, με έναν κρότο, με ένα απότομο τίναγμα, με έναν ήχο χορδής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ピンとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ピンとします
- Άρνηση (απλή)
- ピンとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ピンとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ピンとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ピンとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ピンとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ピンとしませんでした
- Τε-μορφή
- ピンとして
- Δυνητική
- ピンとできる
- Προστακτική
- ピンとしろ
- Βουλητική
- ピンとしよう
- Υποθετική (ば)
- ピンとすれば
- Υποθετική (たら)
- ピンとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ピンとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ピンとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ピンとしなさい
- Παθητική
- ピンとされる
- Αιτιατική
- ピンとさせる