ピントを合あわせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εστιάζω σε, φέρνω σε εστίαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ピントを合わせる
Παρόν (ευγενικό)
ピントを合わせます
Άρνηση (απλή)
ピントを合わせない
Άρνηση (ευγενική)
ピントを合わせません
Παρελθόν (απλό)
ピントを合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
ピントを合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ピントを合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ピントを合わせませんでした
Τε-μορφή
ピントを合わせて
Δυνητική
ピントを合わせられる
Προστακτική
ピントを合わせろ
Βουλητική
ピントを合わせよう
Υποθετική (ば)
ピントを合わせれば