ピンポン
επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα, επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: ピンポン
- 01 ντιν-ντον (ήχου κουδουνιού, ενδοεπικοινωνίας κ.λπ.)
- 02 κουδούνι, ενδοεπικοινωνία, το χτύπημα του κουδουνιού, το πάτημα του κουμπιού της ενδοεπικοινωνίας
- 03 ντιν ντιν ντιν!, σωστά!, σωστή απάντηση!
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ピンポンする
- Παρόν (ευγενικό)
- ピンポンします
- Άρνηση (απλή)
- ピンポンしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ピンポンしません
- Παρελθόν (απλό)
- ピンポンした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ピンポンしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ピンポンしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ピンポンしませんでした
- Τε-μορφή
- ピンポンして
- Δυνητική
- ピンポンできる
- Προστακτική
- ピンポンしろ
- Βουλητική
- ピンポンしよう
- Υποθετική (ば)
- ピンポンすれば
- Υποθετική (たら)
- ピンポンしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ピンポンしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ピンポンするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ピンポンしなさい
- Παθητική
- ピンポンされる
- Αιτιατική
- ピンポンさせる