ピーピー

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τιτίβισμα, σφύριγμα, ήχος που βγάζουν πουλιά, έντομα, σφυρίχτρες, παιδιά κ.λπ.
  2. 02 φτωχός, στερημένος, οικονομικά πιεσμένος
  3. 03 διάρροια
  4. 04 φλάουτο, αυλός
  5. 05 αρχάριος, πρωτάρης

Κλίση

Παρόν (απλό)
ピーピーする
Παρόν (ευγενικό)
ピーピーします
Άρνηση (απλή)
ピーピーしない
Άρνηση (ευγενική)
ピーピーしません
Παρελθόν (απλό)
ピーピーした
Παρελθόν (ευγενικό)
ピーピーしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ピーピーしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ピーピーしませんでした
Τε-μορφή
ピーピーして
Δυνητική
ピーピーできる
Προστακτική
ピーピーしろ
Βουλητική
ピーピーしよう
Υποθετική (ば)
ピーピーすれば