ピーピー
ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τιτίβισμα, σφύριγμα, ήχος που βγάζουν πουλιά, έντομα, σφυρίχτρες, παιδιά κ.λπ.
- 02 φτωχός, στερημένος, οικονομικά πιεσμένος
- 03 διάρροια
- 04 φλάουτο, αυλός
- 05 αρχάριος, πρωτάρης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ピーピーする
- Παρόν (ευγενικό)
- ピーピーします
- Άρνηση (απλή)
- ピーピーしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ピーピーしません
- Παρελθόν (απλό)
- ピーピーした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ピーピーしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ピーピーしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ピーピーしませんでした
- Τε-μορφή
- ピーピーして
- Δυνητική
- ピーピーできる
- Προστακτική
- ピーピーしろ
- Βουλητική
- ピーピーしよう
- Υποθετική (ば)
- ピーピーすれば
- Υποθετική (たら)
- ピーピーしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ピーピーしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ピーピーするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ピーピーしなさい
- Παθητική
- ピーピーされる
- Αιτιατική
- ピーピーさせる