ファウル

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φάουλ
  2. 02 συντομογραφία άκυρη μπαλιά (φάουλ)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ファウルする
Παρόν (ευγενικό)
ファウルします
Άρνηση (απλή)
ファウルしない
Άρνηση (ευγενική)
ファウルしません
Παρελθόν (απλό)
ファウルした
Παρελθόν (ευγενικό)
ファウルしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ファウルしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ファウルしませんでした
Τε-μορφή
ファウルして
Δυνητική
ファウルできる
Προστακτική
ファウルしろ
Βουλητική
ファウルしよう
Υποθετική (ば)
ファウルすれば