フィードバック

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατροφοδότηση (για ένα προϊόν, την απόδοση κάποιου, κ.λπ.)
  2. 02 ανατροφοδότηση (σε ένα ηλεκτρονικό κύκλωμα, βιολογικό σύστημα, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
フィードバックする
Παρόν (ευγενικό)
フィードバックします
Άρνηση (απλή)
フィードバックしない
Άρνηση (ευγενική)
フィードバックしません
Παρελθόν (απλό)
フィードバックした
Παρελθόν (ευγενικό)
フィードバックしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
フィードバックしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
フィードバックしませんでした
Τε-μορφή
フィードバックして
Δυνητική
フィードバックできる
Προστακτική
フィードバックしろ
Βουλητική
フィードバックしよう
Υποθετική (ば)
フィードバックすれば