フォールド

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίπλωμα, λύγισμα, αναδίπλωση
  2. 02 τύλιγμα, πακετάρισμα, δέσιμο
  3. 03 πάσο (στο πόκερ)

Κλίση

Παρόν (απλό)
フォールドする
Παρόν (ευγενικό)
フォールドします
Άρνηση (απλή)
フォールドしない
Άρνηση (ευγενική)
フォールドしません
Παρελθόν (απλό)
フォールドした
Παρελθόν (ευγενικό)
フォールドしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
フォールドしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
フォールドしませんでした
Τε-μορφή
フォールドして
Δυνητική
フォールドできる
Προστακτική
フォールドしろ
Βουλητική
フォールドしよう
Υποθετική (ば)
フォールドすれば