フルコンプ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία πλήρως συμπληρωμένος (π.χ. μια συλλογή), πλήρης συμπλήρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
フルコンプする
Παρόν (ευγενικό)
フルコンプします
Άρνηση (απλή)
フルコンプしない
Άρνηση (ευγενική)
フルコンプしません
Παρελθόν (απλό)
フルコンプした
Παρελθόν (ευγενικό)
フルコンプしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
フルコンプしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
フルコンプしませんでした
Τε-μορφή
フルコンプして
Δυνητική
フルコンプできる
Προστακτική
フルコンプしろ
Βουλητική
フルコンプしよう
Υποθετική (ば)
フルコンプすれば