フルどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλήρης λειτουργία (π.χ. εργοστασίου, μηχανής, αντιδραστήρα), πλήρης ισχύς, πλήρης ταχύτητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
フル稼働する
Παρόν (ευγενικό)
フル稼働します
Άρνηση (απλή)
フル稼働しない
Άρνηση (ευγενική)
フル稼働しません
Παρελθόν (απλό)
フル稼働した
Παρελθόν (ευγενικό)
フル稼働しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
フル稼働しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
フル稼働しませんでした
Τε-μορφή
フル稼働して
Δυνητική
フル稼働できる
Προστακτική
フル稼働しろ
Βουλητική
フル稼働しよう
Υποθετική (ば)
フル稼働すれば