フロア

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάτωμα, δάπεδο, όροφος
  2. 02 πίστα χορού
  3. 03 χώρος πωλήσεων
  4. 04 όροφος

Παραδείγματα

  • このフロアはとてもきれいです。

    Αυτός ο όροφος είναι πολύ καθαρός.

  • デパートの食品しょくひんフロアはいつもおおくのひとにぎわっています。

    Ο όροφος τροφίμων του πολυκαταστήματος είναι πάντα γεμάτος κόσμο.

  • イベント会場かいじょうフロアは、用途ようとわせて様々さまざまなレイアウトに変更へんこうできるように設計せっけいされています。

    Ο χώρος εκδηλώσεων (πάτωμα) είναι σχεδιασμένος έτσι ώστε να μπορεί να διαμορφώνεται σε διάφορες διατάξεις ανάλογα με τη χρήση του.