フーフー
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία φυσάω επανειλημμένα (π.χ. για να κρυώσει κάτι)
- 02 ονοματοποιία λαχανιασμένος, δύσπνοος, λαχανιασμένος
- 03 ονοματοποιία ζορίζομαι (με τη δουλειά, τις σπουδές κ.λπ.), δυσκολεύομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- フーフーする
- Παρόν (ευγενικό)
- フーフーします
- Άρνηση (απλή)
- フーフーしない
- Άρνηση (ευγενική)
- フーフーしません
- Παρελθόν (απλό)
- フーフーした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- フーフーしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- フーフーしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- フーフーしませんでした
- Τε-μορφή
- フーフーして
- Δυνητική
- フーフーできる
- Προστακτική
- フーフーしろ
- Βουλητική
- フーフーしよう
- Υποθετική (ば)
- フーフーすれば
- Υποθετική (たら)
- フーフーしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- フーフーしたい
- Απαγορευτική (~な)
- フーフーするな
- Προστακτική (ευγενική)
- フーフーしなさい
- Παθητική
- フーフーされる
- Αιτιατική
- フーフーさせる