ブスブス
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία αναβράζων, σιγοκαίω
- 02 ονοματοποιία επαναλαμβανόμενη εισχώρηση σε κάτι (σπαθί, βελόνα, κ.λπ.), συνεχόμενο τρύπημα
- 03 ονοματοποιία μουρμουρητά δυσαρέσκειας, χαμηλόφωνες εκφράσεις παραπόνων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ブスブスする
- Παρόν (ευγενικό)
- ブスブスします
- Άρνηση (απλή)
- ブスブスしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ブスブスしません
- Παρελθόν (απλό)
- ブスブスした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ブスブスしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ブスブスしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ブスブスしませんでした
- Τε-μορφή
- ブスブスして
- Δυνητική
- ブスブスできる
- Προστακτική
- ブスブスしろ
- Βουλητική
- ブスブスしよう
- Υποθετική (ば)
- ブスブスすれば
- Υποθετική (たら)
- ブスブスしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ブスブスしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ブスブスするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ブスブスしなさい
- Παθητική
- ブスブスされる
- Αιτιατική
- ブスブスさせる