ブチる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό αθετώ (υπόσχεση), αγνοώ (κλήση, γραπτό μήνυμα, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ブチる
Παρόν (ευγενικό)
ブチります
Άρνηση (απλή)
ブチらない
Άρνηση (ευγενική)
ブチりません
Παρελθόν (απλό)
ブチった
Παρελθόν (ευγενικό)
ブチりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ブチらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ブチりませんでした
Τε-μορφή
ブチって
Δυνητική
ブチれる
Προστακτική
ブチれ
Βουλητική
ブチろう
Υποθετική (ば)
ブチれば