ブッチ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό κοπάνα (από μάθημα, υποχρέωση κ.λπ.), αποφεύγω, υπεκφεύγω
- 02 αργκό αθετώ (υπόσχεση), αγνοώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ブッチする
- Παρόν (ευγενικό)
- ブッチします
- Άρνηση (απλή)
- ブッチしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ブッチしません
- Παρελθόν (απλό)
- ブッチした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ブッチしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ブッチしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ブッチしませんでした
- Τε-μορφή
- ブッチして
- Δυνητική
- ブッチできる
- Προστακτική
- ブッチしろ
- Βουλητική
- ブッチしよう
- Υποθετική (ば)
- ブッチすれば
- Υποθετική (たら)
- ブッチしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ブッチしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ブッチするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ブッチしなさい
- Παθητική
- ブッチされる
- Αιτιατική
- ブッチさせる