ブレーキを掛かける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πατάω φρένο
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ιδιωματισμός βάζω τέλος, σταματώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
ブレーキを掛ける
Παρόν (ευγενικό)
ブレーキを掛けます
Άρνηση (απλή)
ブレーキを掛けない
Άρνηση (ευγενική)
ブレーキを掛けません
Παρελθόν (απλό)
ブレーキを掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
ブレーキを掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ブレーキを掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ブレーキを掛けませんでした
Τε-μορφή
ブレーキを掛けて
Δυνητική
ブレーキを掛けられる
Προστακτική
ブレーキを掛けろ
Βουλητική
ブレーキを掛けよう
Υποθετική (ば)
ブレーキを掛ければ