プチプチ
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: プチプチ
- 01 ονοματοποιία με έναν ήχο σκασίματος, με μια αίσθηση πίεσης και υποχώρησης
- 02 ονοματοποιία κοκκώδης, τραγανός, σβολιασμένος
- 03 αεροπλάστ (προστατευτικό υλικό συσκευασίας)
- 04 μικροί κόκκοι, μικρά εξογκώματα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- プチプチする
- Παρόν (ευγενικό)
- プチプチします
- Άρνηση (απλή)
- プチプチしない
- Άρνηση (ευγενική)
- プチプチしません
- Παρελθόν (απλό)
- プチプチした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- プチプチしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- プチプチしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- プチプチしませんでした
- Τε-μορφή
- プチプチして
- Δυνητική
- プチプチできる
- Προστακτική
- プチプチしろ
- Βουλητική
- プチプチしよう
- Υποθετική (ば)
- プチプチすれば
- Υποθετική (たら)
- プチプチしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- プチプチしたい
- Απαγορευτική (~な)
- プチプチするな
- Προστακτική (ευγενική)
- プチプチしなさい
- Παθητική
- プチプチされる
- Αιτιατική
- プチプチさせる