プッシュ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπρώχνω
  2. 02 πιέζω (κάποιον να κάνει κάτι), ασκώ πίεση
  3. 03 προωθώ (μια ενημέρωση, περιεχόμενο, κ.λπ.)
  4. 04 ώθηση (λειτουργία στοίβας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
プッシュする
Παρόν (ευγενικό)
プッシュします
Άρνηση (απλή)
プッシュしない
Άρνηση (ευγενική)
プッシュしません
Παρελθόν (απλό)
プッシュした
Παρελθόν (ευγενικό)
プッシュしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
プッシュしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
プッシュしませんでした
Τε-μορφή
プッシュして
Δυνητική
プッシュできる
Προστακτική
プッシュしろ
Βουλητική
プッシュしよう
Υποθετική (ば)
プッシュすれば