プッツン
ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη ονοματοποιία τρελαίνομαι, χάνω την ψυχραιμία μου, «κόβω»
- 02 ονοματοποιία κόβομαι απότομα (για κλωστή, σχοινί κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- プッツンする
- Παρόν (ευγενικό)
- プッツンします
- Άρνηση (απλή)
- プッツンしない
- Άρνηση (ευγενική)
- プッツンしません
- Παρελθόν (απλό)
- プッツンした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- プッツンしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- プッツンしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- プッツンしませんでした
- Τε-μορφή
- プッツンして
- Δυνητική
- プッツンできる
- Προστακτική
- プッツンしろ
- Βουλητική
- プッツンしよう
- Υποθετική (ば)
- プッツンすれば
- Υποθετική (たら)
- プッツンしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- プッツンしたい
- Απαγορευτική (~な)
- プッツンするな
- Προστακτική (ευγενική)
- プッツンしなさい
- Παθητική
- プッツンされる
- Αιτιατική
- プッツンさせる