プルン
επίρρημα, ουσιαστικό, άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τρέμουλο σαν ζελέ, ζελατινώδης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- プルンする
- Παρόν (ευγενικό)
- プルンします
- Άρνηση (απλή)
- プルンしない
- Άρνηση (ευγενική)
- プルンしません
- Παρελθόν (απλό)
- プルンした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- プルンしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- プルンしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- プルンしませんでした
- Τε-μορφή
- プルンして
- Δυνητική
- プルンできる
- Προστακτική
- プルンしろ
- Βουλητική
- プルンしよう
- Υποθετική (ば)
- プルンすれば
- Υποθετική (たら)
- プルンしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- プルンしたい
- Απαγορευτική (~な)
- プルンするな
- Προστακτική (ευγενική)
- プルンしなさい
- Παθητική
- プルンされる
- Αιτιατική
- プルンさせる