プログラミング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προγραμματισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
プログラミングする
Παρόν (ευγενικό)
プログラミングします
Άρνηση (απλή)
プログラミングしない
Άρνηση (ευγενική)
プログラミングしません
Παρελθόν (απλό)
プログラミングした
Παρελθόν (ευγενικό)
プログラミングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
プログラミングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
プログラミングしませんでした
Τε-μορφή
プログラミングして
Δυνητική
プログラミングできる
Προστακτική
プログラミングしろ
Βουλητική
プログラミングしよう
Υποθετική (ば)
プログラミングすれば