ヘディング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επικεφαλίδα (εγγράφου, άρθρου, κ.λπ.)
  2. 02 κεφαλιά (στο ποδόσφαιρο), η ενέργεια του να χτυπάς την μπάλα με το κεφάλι
  3. 03 κουτουλιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
ヘディングする
Παρόν (ευγενικό)
ヘディングします
Άρνηση (απλή)
ヘディングしない
Άρνηση (ευγενική)
ヘディングしません
Παρελθόν (απλό)
ヘディングした
Παρελθόν (ευγενικό)
ヘディングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ヘディングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ヘディングしませんでした
Τε-μορφή
ヘディングして
Δυνητική
ヘディングできる
Προστακτική
ヘディングしろ
Βουλητική
ヘディングしよう
Υποθετική (ば)
ヘディングすれば