ヘラヘラ
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία χαζογελώ, χαμογελώ ανόητα
- 02 ονοματοποιία απερίσκεπτα (μιλώ), επιπόλαια
- 03 ονοματοποιία λεπτός (για χαρτί, ύφασμα κ.λπ.), εύθραυστος
- 04 ονοματοποιία αρχαϊκό αναφλέγομαι, ξεσπώ σε φλόγες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ヘラヘラする
- Παρόν (ευγενικό)
- ヘラヘラします
- Άρνηση (απλή)
- ヘラヘラしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ヘラヘラしません
- Παρελθόν (απλό)
- ヘラヘラした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ヘラヘラしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ヘラヘラしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ヘラヘラしませんでした
- Τε-μορφή
- ヘラヘラして
- Δυνητική
- ヘラヘラできる
- Προστακτική
- ヘラヘラしろ
- Βουλητική
- ヘラヘラしよう
- Υποθετική (ば)
- ヘラヘラすれば
- Υποθετική (たら)
- ヘラヘラしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ヘラヘラしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ヘラヘラするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ヘラヘラしなさい
- Παθητική
- ヘラヘラされる
- Αιτιατική
- ヘラヘラさせる