ベコベコ
επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία βαθούλωμα, λύγισμα, υποχώρηση
- 02 ονοματοποιία απαρχαιωμένο επαναλαμβανόμενη υπόκλιση, προσκύνημα, κολακεία, δουλικότητα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ベコベコする
- Παρόν (ευγενικό)
- ベコベコします
- Άρνηση (απλή)
- ベコベコしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ベコベコしません
- Παρελθόν (απλό)
- ベコベコした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ベコベコしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ベコベコしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ベコベコしませんでした
- Τε-μορφή
- ベコベコして
- Δυνητική
- ベコベコできる
- Προστακτική
- ベコベコしろ
- Βουλητική
- ベコベコしよう
- Υποθετική (ば)
- ベコベコすれば
- Υποθετική (たら)
- ベコベコしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ベコベコしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ベコベコするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ベコベコしなさい
- Παθητική
- ベコベコされる
- Αιτιατική
- ベコベコさせる