ペイ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πληρωμή, μισθός
- 02 πληρώνω, εξοφλώ, αποδίδω
- 03 αργκό ηρωίνη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ペイする
- Παρόν (ευγενικό)
- ペイします
- Άρνηση (απλή)
- ペイしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ペイしません
- Παρελθόν (απλό)
- ペイした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ペイしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ペイしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ペイしませんでした
- Τε-μορφή
- ペイして
- Δυνητική
- ペイできる
- Προστακτική
- ペイしろ
- Βουλητική
- ペイしよう
- Υποθετική (ば)
- ペイすれば
- Υποθετική (たら)
- ペイしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ペイしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ペイするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ペイしなさい
- Παθητική
- ペイされる
- Αιτιατική
- ペイさせる